Ποικιλίες · 5 λεπτά ανάγνωση
Η φυλλοξήρα, η αστυφιλία και η στροφή σε πιο «σίγουρες» καλλιέργειες όπως ο καπνός άδειασαν πολλά ελληνικά αμπελοτόπια μέσα στον 20ό αιώνα. Δεκάδες τοπικές ποικιλίες κόντεψαν να χαθούν οριστικά — όχι επειδή ήταν κατώτερες, αλλά επειδή κανείς δεν είχε λόγο να τις ξαναφυτέψει. Τα τελευταία χρόνια, μια σειρά από οικογενειακά κτήματα αποφάσισε να κάνει ακριβώς αυτό.
Στον Τύρναβο της Θεσσαλίας, η Λημνιώνα είχε σχεδόν ξεχαστεί ως ποικιλία «δεύτερης κατηγορίας», αναμεμειγμένη με άλλες σε ανώνυμα κόκκινα. Ο Χρήστος Ζαφειράκης, 4ης γενιάς οινοποιός που επέστρεψε από την Ιταλία το 2005, τη φύτεψε ξανά μόνη της — σήμερα το Κτήμα Ζαφειράκη θεωρείται ο λόγος που η Λημνιώνα έχει πλέον διεθνή αναγνώριση, με άρωμα τριαντάφυλλου και κερασιού που δύσκολα ξεχνιέται.
Στη Σιάτιστα της Δυτικής Μακεδονίας, το Μοσχόμαυρο ακολούθησε παρόμοια πορεία: ο παππούς της οικογένειας Διαμαντή το καλλιεργούσε στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά ως τη δεκαετία του '70 οι περισσότεροι αμπελώνες της περιοχής είχαν εγκαταλειφθεί. Στις αρχές των '90 η οικογένεια ξαναφύτεψε 18 εκτάρια στην τοποθεσία «Μαγούτες», διασώζοντας μαζί με το Μοσχόμαυρο και το σπάνιο Νιγριτσιώτικο. Λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα, στα Καλάβρυτα, το Μαύρο Καλαβρυτινό επιβίωσε χάρη στο Tetramythos — παραμένει το μοναδικό μονοποικιλιακό κρασί στην Ελλάδα από αυτή τη γηγενή ποικιλία.
Στην Κρήτη, το Δαφνί και το Πλυτό δεν είχαν καν εμπορική παρουσία μέχρι η οικογένεια Λυραράκη να τα εντοπίσει και να τα ξαναφυτέψει στα τέλη της δεκαετίας του '80 — το Δαφνί πήρε το όνομά του από τη δάφνη, το άρωμα της οποίας θυμίζει έντονα. Και στη βόρεια Εύβοια, το αρχαίο, χαμηλής απόδοσης Βραδιανό διασώθηκε από το Vriniotis Winery, μία από τις πιο πρόσφατες τέτοιες ιστορίες διάσωσης στη χώρα.
Καμία από αυτές τις ποικιλίες δεν θα υπήρχε σήμερα σε εμφιαλωμένη μορφή αν μια οικογένεια δεν είχε αποφασίσει, συχνά χωρίς οικονομικό κίνητρο, να ξαναφυτέψει κάτι που όλοι είχαν σταματήσει να καλλιεργούν.